Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Privy
01
τουαλέτα, αποχωρητήριο
a room or building equipped with one or more toilets
02
αποχωρητήριο, τουαλέτα
a small outbuilding with a bench having holes through which a user can defecate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privies
privy
01
ενημερωμένος, επιτηδευμένος
permitted to know something that is kept secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
μυστικό, εμπιστευτικό
kept private and hidden



























