privy
pri
ˈprɪ
πρι
vy
vi
βι
/pɹˈɪvi/

Ορισμός και σημασία του "privy"στα αγγλικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

a room or building equipped with one or more toilets
privy definition and meaning
02

αποχωρητήριο, τουαλέτα

a small outbuilding with a bench having holes through which a user can defecate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privies
01

ενημερωμένος, επιτηδευμένος

permitted to know something that is kept secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

μυστικό, εμπιστευτικό

kept private and hidden
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store