privateer
pri
ˌpraɪ
πραι
va
βα
teer
ˈtɪr
τιρ
/pɹˌa‍ɪvətˈi‍ə/

Ορισμός και σημασία του "privateer"στα αγγλικά

01

κουρσάρος, πλοίο κουρσάρων

a heavily armed ship legally able to attack and rob enemy ships
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privateers
02

κουρσάρος, πειρατής

a person who works on an armed ship that can legally attack and rob other ships
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store