Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Privateer
01
κουρσάρος, πλοίο κουρσάρων
a heavily armed ship legally able to attack and rob enemy ships
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privateers
02
κουρσάρος, πειρατής
a person who works on an armed ship that can legally attack and rob other ships



























