privacy
pri
ˈprɪ
pri
va
cy
si
si
primacy

Ορισμός και σημασία του "privacy"στα αγγλικά

01

ιδιωτική ζωή, απόρρητο

a state in which other people cannot watch or interrupt a person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

απόρρητο, ιδιωτική ζωή

the condition of being concealed or hidden 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store