Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prison
01
φυλακή, δεσμωτήριο
a building where people who did something illegal, such as stealing, murder, etc., are kept as a punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prisons
Παραδείγματα
He was sentenced to ten years in prison for his involvement in the robbery.
Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλακή για τη συμμετοχή του στη ληστεία.
02
φυλακή, δεσμωτήριο
a prisonlike situation; a place of seeming confinement
Λεξικό Δέντρο
prisonlike
prison



























