primate
pri
ˈpraɪ
πραι
mate
ˌmeɪt
μειτ
/pɹˈa‍ɪme‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "primate"στα αγγλικά

01

πρωτεύον, πίθηκος

any mammalian animal that belongs to the same group as humans, such as monkeys, apes, lemurs, etc.
primate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primates
02

πρίμας, ανώτερος κληρικός

a senior clergyman and dignitary
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store