Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Primate
01
πρωτεύον, πίθηκος
any mammalian animal that belongs to the same group as humans, such as monkeys, apes, lemurs, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primates
02
πρίμας, ανώτερος κληρικός
a senior clergyman and dignitary
Λεξικό Δέντρο
primateship
primate



























