Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
priggish
01
περισσά μεγαλόπρεπος, ηθικολογικός
excessively concerned with following rules, morals, and social norms
Παραδείγματα
He found her priggish behavior annoying, always insisting on following the rules and never willing to take risks.
Βρήκε την περιποιημένη συμπεριφορά της ενοχλητική, πάντα επιμένοντας να ακολουθεί τους κανόνες και ποτέ δεν ήταν διατεθειμένη να πάρει ρίσκα.
Λεξικό Δέντρο
priggishly
priggishness
priggish
prig



























