Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
priggish
01
περισσά μεγαλόπρεπος, ηθικολογικός
excessively concerned with following rules, morals, and social norms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most priggish
συγκριτικός βαθμός
more priggish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, social norms
Παραδείγματα
She was known for her priggish attitude, always correcting others' grammar and pronunciation.
Ήταν γνωστή για τη περιποιημένη της στάση, διορθώνοντας πάντα τη γραμματική και την προφορά των άλλων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
priggishly
priggishness
priggish
prig



























