priggish
pri
ˈprɪ
pri
ggish
gɪʃ
gish
piggish

Ορισμός και σημασία του "priggish"στα αγγλικά

01

περισσά μεγαλόπρεπος, ηθικολογικός

excessively concerned with following rules, morals, and social norms 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most priggish
συγκριτικός βαθμός
more priggish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was known for her priggish attitude, always correcting others' grammar and pronunciation. 

Ήταν γνωστή για τη περιποιημένη της στάση, διορθώνοντας πάντα τη γραμματική και την προφορά των άλλων.

Λεξικό Δέντρο

priggishly
priggishness
priggish
prig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store