prig
prig
prɪg
πριγκ
swigfrigtrigbrig

Ορισμός και σημασία του "prig"στα αγγλικά

01

πεισματάρης, ηθικολόγος

an individual who behaves in an excessively moralistic manner, often displaying an attitude of superiority toward others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prigs
Παραδείγματα
John was such a prig, always lecturing everyone about proper etiquette and criticizing their behavior. 

Ο Τζον ήταν ένας αλαζόνας, πάντα να κάνει κήρυγμα σε όλους για τη σωστή διαγωγή και να επικρίνει τη συμπεριφορά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

priggish
prig
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store