Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Priest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
priests
Παραδείγματα
The priest blessed the newly married couple.
Ο ιερέας ευλόγησε το νεόνυμφο ζευγάρι.
02
ιερέας, κληρικός
a male religious leader in non-Christian faiths (e.g., Judaism, Shinto, ancient religions)
Παραδείγματα
The pagan priest conducted rituals at the stone altar.
Ο ειδωλολατρικός ιερέας διεξήγαγε τελετές στο πέτρινο βωμό.
Λεξικό Δέντρο
priesthood
priestlike
priest



























