Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preview
01
προεπισκόπηση, προβολή πριν από την επίσημη κυκλοφορία
to watch a movie, play, TV show, etc. in advance of public presentation
Transitive: to preview a movie or show
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preview
γ΄ ενικό πρόσωπο
previews
ενεστώτα μετοχή
previewing
απλός αόριστος
previewed
παθητική μετοχή
previewed
Παραδείγματα
He previews the latest musical on Broadway to write a review for the newspaper.
Αυτός προεπισκοπεί το τελευταίο μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ για να γράψει μια κριτική για την εφημερίδα.
Preview
01
προεπισκόπηση, προβολή πριν την επίσημη κυκλοφορία
the showing of a movie, play, exhibition, etc. to a selected audience before its public release
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
previews
Παραδείγματα
The preview of the new video game generated excitement among fans.
Η προεπισκόπηση του νέου βιντεοπαιχνιδιού δημιούργησε ενθουσιασμό ανάμεσα στους θαυμαστές.
02
τρέιλερ, προεπισκόπηση
a short promotional film showing selected scenes from a movie that will be released soon
Παραδείγματα
The preview highlighted the film's most dramatic moments.
Το τρέιλερ τόνισε τις πιο δραματικές στιγμές της ταινίας.
03
προεπισκόπηση, προκριτική κριτική
an article or feature in a newspaper or magazine that provides information about a movie or TV show before it is broadcast or released
Παραδείγματα
Fans eagerly read the preview of the new series.
Οι θαυμαστές διαβάζουν με ανυπομονησία την προεπισκόπηση της νέας σειράς.
Λεξικό Δέντρο
preview
view



























