Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pretending
01
προσποίηση, προσομοίωση
the act of giving a false appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
pretending
pretend
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προσποίηση, προσομοίωση
Λεξικό Δέντρο