Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preteenager
01
προεφηβικός, preteen
a preadolescent boy or girl (usually between 9 and 12 years of age)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preteenagers
Λεξικό Δέντρο
preteenager
teenager



























