Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prerecord
01
προκαταγράφω, καταγράφω εκ των προτέρων
to record a musical program, speech, etc. in advance, for later use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prerecord
γ΄ ενικό πρόσωπο
prerecords
ενεστώτα μετοχή
prerecording
απλός αόριστος
prerecorded
παθητική μετοχή
prerecorded
Λεξικό Δέντρο
prerecord
record



























