Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predisposed
01
προδιατεθειμένος, επιρρεπής
having a higher chance of suffering from a specific illness or medical condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predisposed
συγκριτικός βαθμός
more predisposed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
People with a family history of heart disease are predisposed to developing similar conditions.
Τα άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρδιακής νόσου είναι προδιατεθειμένα να αναπτύξουν παρόμοιες παθήσεις.
Λεξικό Δέντρο
predisposed
disposed
dispose



























