predilection
pre
ˌprɛ
pre
di
di
lec
ˈlɛk
lek
tion
ʃən
shēn
prediction

Ορισμός και σημασία του "predilection"στα αγγλικά

01

προτίμηση, κλίση

a strong liking for something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predilections
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store