Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predict
01
προβλέπω, προαναγγέλλω
to say that something is going to happen before it actually takes place
Transitive: to predict a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
predict
γ΄ ενικό πρόσωπο
predicts
ενεστώτα μετοχή
predicting
απλός αόριστος
predicted
παθητική μετοχή
predicted
Παραδείγματα
She accurately predicted the outcome of the election based on polling data.
Πρόβλεψε με ακρίβεια το αποτέλεσμα των εκλογών με βάση τα δεδομένα δημοσκοπήσεων.
Λεξικό Δέντρο
predictable
prediction
predictive
predict



























