Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predict
01
προβλέπω, προαναγγέλλω
to say that something is going to happen before it actually takes place
Transitive: to predict a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
predict
γ΄ ενικό πρόσωπο
predicts
ενεστώτα μετοχή
predicting
απλός αόριστος
predicted
παθητική μετοχή
predicted
Παραδείγματα
The meteorologist predicted rain for the weekend based on weather patterns.
Ο μετεωρολόγος πρόβλεψε βροχή για το σαββατοκύριακο με βάση τα καιρικά μοτίβα.
Λεξικό Δέντρο
predictable
prediction
predictive
predict



























