predecessor
Pronunciation
/ˈpɹɛdəˌsɛsɝ/

Ορισμός και σημασία του "predecessor"στα αγγλικά

01

προκάτοχος, προηγούμενος

someone who held a position, office, or role before another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predecessors
Παραδείγματα
The predecessor left behind detailed notes for the incoming manager.
Ο προκάτοχος άφησε λεπτομερή σημειώματα για τον νέο διευθυντή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store