Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
precipitous
01
βιαστικός, απερίσκεπτος
being made or carried out in a hurrying way that lacked thoughtful consideration
Παραδείγματα
The stock market plunge was seen by some as an overreaction or precipitous response not backed by fundamentals.
Η πτώση του χρηματιστηρίου θεωρήθηκε από μερικούς ως υπερβολική αντίδραση ή βιαστική απάντηση που δεν υποστηρίζεται από τα θεμελιώδη στοιχεία.
02
απόκρημνος, απότομος
having a high and steep slope, where one may fall
Παραδείγματα
The climbers secured themselves to the ropes as they carefully made their way down the precipitous rock wall.
Οι αναρριχητές ασφαλίστηκαν στα σχοινιά καθώς κατέβαιναν προσεκτικά τον απόκρημνο βράχο.
Λεξικό Δέντρο
precipitously
precipitousness
precipitous



























