precipitant
pre
prɪ
πρι
ci
ˈsɪ
σι
pi
πι
tant
tənt
ταντ

Ορισμός και σημασία του "precipitant"στα αγγλικά

01

καταβυθιστικό, παράγοντας που προκαλεί καταβύθιση

an agent that causes a precipitate to form 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precipitants
precipitant
01

απερίσκεπτος

happening more quickly than normal circumstances, especially without required preparation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most precipitant
συγκριτικός βαθμός
more precipitant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, time, behavior
Παραδείγματα
His precipitant decision to resign without consulting others backfired. 

Η βιαστική απόφασή του να παραιτηθεί χωρίς να συμβουλευτεί άλλους απέδωσε αντίθετα αποτελέσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store