precipice
pre
ˈprɛ
πρε
ci
σα
pice
pəs
πασ
/pɹˈɛsɪpˌɪs/

Ορισμός και σημασία του "precipice"στα αγγλικά

01

γκρεμός

a steep cliff or edge of a rock face, often with a significant drop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
precipices
Παραδείγματα
He felt a thrill standing at the precipice of the towering rock face.
Ένιωσε μια ρίγη συγκίνησης όταν στάθηκε στο χείλος του γκρεμού του επιβλητικού βράχου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store