precaution
pre
pri:
pri
cau
kɔ:
kaw
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "precaution"στα αγγλικά

01

προφύλαξη, προληπτικό μέτρο

an act done to prevent something unpleasant or bad from happening 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precautions
Παραδείγματα
As a precaution against theft, he installed security cameras around his home. 

Ως προφύλαξη κατά της κλοπής, εγκατέστησε κάμερες ασφαλείας γύρω από το σπίτι του.

02

προφύλαξη, προνοητικότητα

the tendency or habit of exercising caution and foresight to prevent problems 
Παραδείγματα
Her precaution saved the team from potential errors. 

Η προφύλαξή της έσωσε την ομάδα από πιθανά λάθη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

precautional
precaution
caution
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store