Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precaution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precautions
Παραδείγματα
As a precaution against theft, he installed security cameras around his home.
Ως προφύλαξη κατά της κλοπής, εγκατέστησε κάμερες ασφαλείας γύρω από το σπίτι του.
02
προφύλαξη, προνοητικότητα
the tendency or habit of exercising caution and foresight to prevent problems
Παραδείγματα
Her precaution saved the team from potential errors.
Η προφύλαξή της έσωσε την ομάδα από πιθανά λάθη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
precautional
precaution
caution



























