precaution
Pronunciation
/pɹiˈkɔʃən/

Ορισμός και σημασία του "precaution"στα αγγλικά

01

προφύλαξη, προληπτικό μέτρο

an act done to prevent something unpleasant or bad from happening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
precautions
Παραδείγματα
Knowing the risks of online scams, he set up two-factor authentication as a precaution.
Γνωρίζοντας τους κινδύνους των ηλεκτρονικών απατειών, έθεσε σε λειτουργία την διπλή ταυτοποίηση ως προφύλαξη.
02

προφύλαξη, προνοητικότητα

the tendency or habit of exercising caution and foresight to prevent problems
Παραδείγματα
She planned her travel with careful precaution.
Προγραμμάτισε το ταξίδι της με προσεκτική προφύλαξη.

Λεξικό Δέντρο

precautional
precaution
caution
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store