Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prank
01
κάνω φάρσα, παίζω αστείο
to play a mischievous trick or practical joke on someone, often for amusement and laughs
Transitive: to prank sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prank
γ΄ ενικό πρόσωπο
pranks
ενεστώτα μετοχή
pranking
απλός αόριστος
pranked
παθητική μετοχή
pranked
Παραδείγματα
The students decided to prank their teacher by rearranging the classroom furniture.
Οι μαθητές αποφάσισαν να κάνουν φάρσα στον δάσκαλό τους αναδιατάσσοντας τα έπιπλα της τάξης.
02
επιδεικνύω, καυχιέμαι
to act in a way that attracts attention or impresses others
Intransitive
Παραδείγματα
She loved to prank in front of her friends, showing off her new outfit.
Της άρεσε να κάνει φάρσες μπροστά στους φίλους της, δείχνοντας τη νέα της ενδυμασία.
03
διακοσμώ, στολίζω
to dress or decorate something in a flashy or extravagant way
Transitive: to prank sb/sth
Παραδείγματα
He decided to prank the room by draping it in garish decorations for the party.
Αποφάσισε να κάνει φάρσα καλύπτοντας το δωμάτιο με επιδεικτικά διακοσμητικά για το πάρτι.
Prank
01
ανταγωνισμός, συμπλοκή
involving competition or competitiveness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pranks
02
φάρσα, κλόουν
acting like a clown or buffoon
03
φάρσα, αστείο
a ludicrous or grotesque act done for fun and amusement



























