Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pram
01
καροτσάκι μωρού, παιδικό καρότσι
a four-wheeled carriage with a protective hood or canopy, designed for transporting infants in a lying down or semi-reclined position
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prams



























