pragmatics
prag
præg
πραιγκ
ma
ˈmæ
μαι
tics
tɪks
τικσ
stemmaticskinematicshydrostaticsaquatics

Ορισμός και σημασία του "pragmatics"στα αγγλικά

01

πραγματολογία, η πραγματολογία

(linguistics) a branch of linguistics that deals with the sentences and the contexts in which they are used 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Pragmatics examines how politeness conventions vary across different cultures. 

Η πραγματολογία εξετάζει πώς οι συμβάσεις ευγένειας διαφέρουν ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pragmatics
pragmat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store