Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Powerhouse
01
ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός, σταθμός παραγωγής ενέργειας
an electrical generating station
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
powerhouses
02
γίγαντας, δύναμη
a company or organization with significant influence, strength, or success in its industry
Παραδείγματα
The multinational corporation is a powerhouse in the automotive industry, leading the market with cutting-edge technology.
Η πολυεθνική εταιρεία είναι μια δύναμη στη βιομηχανία αυτοκινήτων, ηγούμενη της αγοράς με τεχνολογία αιχμής.
03
πηγή ενέργειας, δυναμό
a highly energetic and indefatigable person



























