Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Powerfulness
01
δύναμη, εξουσία
possession of controlling influence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
powerfulness
powerful
power
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δύναμη, εξουσία
Λεξικό Δέντρο