power outage
Pronunciation
/pˈaʊɚɹ ˈaʊɾɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "power outage"στα αγγλικά

01

διακοπή ρεύματος, απενεργοποίηση

a disruption or complete loss of electrical supply to a particular area
Dialectamerican flagAmerican
power cutbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power outages
Παραδείγματα
Authorities are working to restore electricity after the massive power outage.
Οι αρχές εργάζονται για την αποκατάσταση της ηλεκτρικής ενέργειας μετά τη μαζική διακοπή ρεύματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store