powdered
Pronunciation
/ˈpaʊdɝd/

Ορισμός και σημασία του "powdered"στα αγγλικά

01

σε σκόνη, αλεσμένος

made up of very fine particles, often dry and loose in texture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most powdered
συγκριτικός βαθμός
more powdered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The detergent was powdered, designed to dissolve quickly in the washing machine.
Το απορρυπαντικό ήταν σε σκόνη, σχεδιασμένο να διαλύεται γρήγορα στο πλυντήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store