powdered
powdered
'paʊdəd
pawdēd
powered

Ορισμός και σημασία του "powdered"στα αγγλικά

01

σε σκόνη, αλεσμένος

made up of very fine particles, often dry and loose in texture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most powdered
συγκριτικός βαθμός
more powdered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
substance, texture, cosmetics
Παραδείγματα
The makeup artist applied powdered foundation to create a smooth, matte finish. 

Ο μακιγιέζ εφήμωσε σκόνη βάση για να δημιουργήσει μια λεία, ματ απόχρωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

powdered
powder
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store