Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Potty
01
βραστήρας, τουαλέτα
a plumbing fixture for defecation and urination
02
κατούλι, νυχτερινό δοχείο
a receptacle for urination or defecation in the bedroom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potties
potty
01
λιγομεθυσμένος, ζαλισμένος
slightly intoxicated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pottiest
συγκριτικός βαθμός
pottier
διαβαθμίσιμο
02
παραδοξολογικά ερωτευμένος, ανόητα γοητευμένος
deeply fascinated by someone, particularly in a foolish or unreasonable way
03
ασήμαντος, τετριμμένος
(British informal) trivial



























