potty
Pronunciation
/ˈpɑti/

Ορισμός και σημασία του "potty"στα αγγλικά

01

βραστήρας, τουαλέτα

a plumbing fixture for defecation and urination
potty definition and meaning
02

κατούλι, νυχτερινό δοχείο

a receptacle for urination or defecation in the bedroom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potties
01

λιγομεθυσμένος, ζαλισμένος

slightly intoxicated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pottiest
συγκριτικός βαθμός
pottier
διαβαθμίσιμο
02

παραδοξολογικά ερωτευμένος, ανόητα γοητευμένος

deeply fascinated by someone, particularly in a foolish or unreasonable way
03

ασήμαντος, τετριμμένος

(British informal) trivial
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store