Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Balalaika
01
μπαλαλάικα, ένα ρωσικής προέλευσης έγχορδο μουσικό όργανο με τριγωνικό σώμα και τρεις χορδές
a stringed musical instrument from Russian origin with a triangular body and three strings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
balalaikas



























