Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baklava
01
μπακλαβάς, μπακλαβά
a Middle Eastern dessert, made with layers of thin pastry, nuts and syrup or honey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
baklavas
LanGeek



























