baking chocolate
ba
ˈbeɪ
μπει
king
kɪng
κινγκ
choco
ʧɑ:k
τσακ
late
lət
λατ
/bˈeɪkɪŋ tʃˈɒklət/

Ορισμός και σημασία του "baking chocolate"στα αγγλικά

Baking chocolate
01

σοκολάτα ζαχαροπλαστικής, σοκολάτα μαγειρικής

a type of chocolate that is made from pure cocoa solids and does not contain any added sugar or milk solids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baking chocolates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store