potage
po
po
tage
ˈtɑ:ʒ
taazh
postagepottageportage

Ορισμός και σημασία του "potage"στα αγγλικά

01

σούπα

a thick soup typically made by simmering vegetables and meat in a stock or water 
potage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potages

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

potage
pot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store