posy
po
ˈpəʊ
pew
sy
zi
zi
prosypoesy

Ορισμός και σημασία του "posy"στα αγγλικά

01

μπουκέτο, διακόσμηση με λουλούδια

an arrangement of flowers that is usually given as a present 
posy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
posies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store