bakery
ba
ˈbeɪ
bei
ke
kə
kē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "bakery"στα αγγλικά

01

αρτοποιείο, ζαχαροπλαστείο

a place where bread and cakes are made and often sold 
bakery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bakeries
Παραδείγματα
She stopped by the bakery to buy fresh croissants. 

Σταμάτησε στο φούρνο να αγοράσει φρέσκα κρουασάν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store