Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Posterity
01
μελλοντικές γενιές, απόγονοι
all the people who will come after the current generation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Scientists are researching renewable energy sources with an eye toward securing a cleaner future for posterity.
Οι επιστήμονες ερευνούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με στόχο την εξασφάλιση ενός καθαρότερου μέλλοντος για τις επόμενες γενιές.
02
απόγονοι
all the children, grandchildren, and future generations of a specific person
Παραδείγματα
The wise elder shared stories and lessons with the young ones, hoping the knowledge would benefit posterity.
Ο σοφός γηραιός μοιράστηκε ιστορίες και μαθήματα με τους νέους, ελπίζοντας ότι η γνώση θα ωφελήσει την μελλοντική γενιά.



























