baked goods
baked
beɪkt
μπεικτ
goods
gʊdz
γκουντζ

Ορισμός και σημασία του "baked goods"στα αγγλικά

01

ψημένα προϊόντα, αρτοποιία

food that is made by baking a batter or dough in an oven 
Dialectamerican flagAmerican
baked goods definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
baked goods
Παραδείγματα
The bakery displayed an array of freshly baked goods in the storefront window. 

Το φούρνο έδειχνε μια ποικιλία από φρέσκα εσκεμμένα προϊόντα στο παράθυρο του καταστήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store