Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Possessor
01
κατοχος, ιδιοκτήτης
someone who is the owner of something
Παραδείγματα
The possessor of the ancient manuscript donated it to the museum for preservation.
Ο κατόχος του αρχαίου χειρογράφου το δώρισε στο μουσείο για διατήρηση.
Λεξικό Δέντρο
possessor
possess



























