Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
possessed
01
κατεχόμενος, επηρεασμένος
influenced or controlled by a powerful force such as a strong emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most possessed
συγκριτικός βαθμός
more possessed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, psychology
02
κατεχόμενος, ενεργούμενος
influenced or controlled by a demon or spirit
Παραδείγματα
The villagers believed the old mansion was haunted by a possessed spirit.
Οι χωρικοί πίστευαν ότι το παλιό αρχοντικό ήταν στοιχειωμένο από ένα δαιμονισμένο πνεύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dispossessed
possessed
possess



























