Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bait
01
προκαλώ, πειράζω
to provoke or tease someone persistently with criticism or mocking remarks
Transitive: to bait sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bait
γ΄ ενικό πρόσωπο
baits
ενεστώτα μετοχή
baiting
απλός αόριστος
baited
παθητική μετοχή
baited
Παραδείγματα
She was baiting her sister during the argument.
Προκαλούσε την αδελφή της κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
02
παρενοχλώ, δελεάζω
to deliberately torment or harass a trapped or restrained animal, often by letting dogs attack it
Transitive: to bait an animal
Παραδείγματα
Baiting animals in this way causes unnecessary pain and suffering.
Το δελεάσμα των ζώων με αυτόν τον τρόπο προκαλεί άσκοπο πόνο και ταλαιπωρία.
03
δελεάζω, τοποθετώ δόλωμα
to place food or other attractants on a hook, trap, or net to lure fish or animals as prey
Transitive: to bait a trap or hook with food
Παραδείγματα
He baited the hook with a shiny lure to tempt the fish.
Δόλωσε το άγκιστρο με ένα λαμπερό δόλωμα για να δελεάσει το ψάρι.
Bait
01
δόλωμα, παγίδα
anything that serves as an enticement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baits
02
δελεαστικό, παγίδα
something used to lure fish or other animals into danger so they can be trapped or killed
bait
01
προφανής, ευδιάκριτος
obvious, conspicuous, or too noticeable
Dialect
British
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bait
συγκριτικός βαθμός
more bait
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was staring at me the whole class, it was well bait.
Με κοιτούσε όλο το μάθημα, ήταν εμφανές.
Λεξικό Δέντρο
baiting
bait



























