Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poolroom
01
αίθουσα μπιλιάρδου, μπιλιάρδο
an establishment where people gather to play billiards or pool, usually equipped with multiple tables and cues for players
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poolrooms
Παραδείγματα
The poolroom offered snacks and drinks for players during matches.
Η αίθουσα μπιλιάρδου προσέφερε σνακ και ποτά για τους παίκτες κατά τη διάρκεια των αγώνων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
poolroom
pool
room



























