bagpiper
bag
ˈbæg
bāg
pi
paɪ
pai
per

Ορισμός και σημασία του "bagpiper"στα αγγλικά

01

ασκοφύλακας, παίκτης του γκάιντα

someone who plays the bagpipe 
bagpiper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bagpipers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bagpiper

bag

+

piper

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store