polystyrene
po
ˌpɒ
πο
ly
li
λι
sty
ˈstaɪ
σται
rene
ri:n
ριν
styrene

Ορισμός και σημασία του "polystyrene"στα αγγλικά

01

πολυστυρένιο, αφρώδες πολυστυρένιο

a lightweight and versatile synthetic polymer used in packaging, insulation, and disposable products 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polystyrenes
Παραδείγματα
The food industry favors polystyrene containers for their excellent insulation and cost-effectiveness. 

Η βιομηχανία τροφίμων προτιμά τα δοχεία πολυστυρενίου για την εξαιρετική τους μόνωση και την αποδοτικότητά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

polystyrene

poly

+

styrene

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store