polynomial
po
ˌpɒ
πο
ly
λι
no
ˈnəʊ
νεου
mial
miəl
μιαλ
binomial

Ορισμός και σημασία του "polynomial"στα αγγλικά

01

πολυώνυμο, πολυωνυμική έκφραση

a mathematical expression with variables raised to powers and combined using arithmetic operations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polynomials
Παραδείγματα
Polynomials are used to represent curves in algebraic geometry. 

Τα πολυώνυμα χρησιμοποιούνται για την αναπαράσταση καμπυλών στην αλγεβρική γεωμετρία.

polynomial
01

πολυωνυμικός, πολυωνυμικός

having the form, structure, or characteristics of a polynomial 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mathematics, algebra, functions
Παραδείγματα
The function is polynomial in x with degree three. 

Η συνάρτηση είναι πολυωνυμική στο x βαθμού τρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store