Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Political movement
01
πολιτικό κίνημα, πολιτική δράση
an attempt by a group of people with a common ideology or goal working together to influence or change political policies and systems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
political movements
Παραδείγματα
The civil rights political movement fought for equal rights.
Το πολιτικό κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα αγωνίστηκε για ίσα δικαιώματα.



























