Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bad weather
01
κακός καιρός, δυσμενείς ατμοσφαιρικές συνθήκες
unfavorable atmospheric conditions that can cause discomfort, inconvenience, or hazards
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Schools were closed due to the bad weather affecting transportation.
Τα σχολεία έκλεισαν λόγω του κακού καιρού που επηρέασε τη μεταφορά.



























