bad weather
bad
ˈbæd
bād
wea
ve
ther
ðə
dhē

Ορισμός και σημασία του "bad weather"στα αγγλικά

01

κακός καιρός, δυσμενείς ατμοσφαιρικές συνθήκες

unfavorable atmospheric conditions that can cause discomfort, inconvenience, or hazards 
bad weather definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The flight was delayed due to bad weather in the region. 

Η πτήση καθυστέρησε λόγω του κακού καιρού στην περιοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store