bad weather
Pronunciation
/bˈæd wˈɛðɚ/

Ορισμός και σημασία του "bad weather"στα αγγλικά

01

κακός καιρός, δυσμενείς ατμοσφαιρικές συνθήκες

unfavorable atmospheric conditions that can cause discomfort, inconvenience, or hazards
bad weather definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Schools were closed due to the bad weather affecting transportation.
Τα σχολεία έκλεισαν λόγω του κακού καιρού που επηρέασε τη μεταφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store