police work
po
lice
ˈli:s
lis
work
wɜ:k
vēk

Ορισμός και σημασία του "police work"στα αγγλικά

01

αστυνομική εργασία, εργασία της αστυνομίας

the job done by police officers, which includes preventing and solving crimes, maintaining public order, and enforcing the law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Police work often involves investigating crimes and arresting suspects. 

Η αστυνομική εργασία συχνά περιλαμβάνει την έρευνα εγκλημάτων και τη σύλληψη ύποπτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store