Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Police force
01
αστυνομική δύναμη, αστυνομικό σώμα
a group of police officers organized to maintain law and order
Παραδείγματα
Budget cuts affected the efficiency of the police force.
Οι περικοπές στον προϋπολογισμό επηρέασαν την αποτελεσματικότητα της αστυνομικής δύναμης.



























