Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polemics
01
πολεμική, τέχνη της αντιπαράθεσης
the art of arguing for or against someone or something, such as a particular idea or opinion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
polemics
polem



























