Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to polemicize
01
πολεμώ, συζητώ
to take part in a controversial discussion or dispute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
polemicize
γ΄ ενικό πρόσωπο
polemicizes
ενεστώτα μετοχή
polemicizing
απλός αόριστος
polemicized
παθητική μετοχή
polemicized
Λεξικό Δέντρο
polemicize
polemic
polem



























