poetic
Pronunciation
/poʊˈɛtɪk/

Ορισμός και σημασία του "poetic"στα αγγλικά

01

ποιητικός, λυρικός

relating to poetry as a form of expression or literature
poetic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most poetic
συγκριτικός βαθμός
more poetic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The class focused on poetic techniques.
Η τάξη επικεντρώθηκε στις ποιητικές τεχνικές.
02

ποιητικός, λυρικός

marked by romantic or imaginative imagery
Παραδείγματα
The atmosphere was almost poetic in its beauty.
Η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν ποιητική στην ομορφιά της.
03

ποιητικός, λυρικός

characteristic of poets or the art of poetry
Παραδείγματα
The library hosted a poetic evening, showcasing works from various local poets.
Η βιβλιοθήκη φιλοξένησε μια ποιητική βραδιά, παρουσιάζοντας έργα διαφόρων τοπικών ποιητών.

Λεξικό Δέντρο

poetical
poetic
poet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store